71
Η θρησκεία στον Ελληνισμό / Απ: Επιστήμη και Θρησκεία....
« Τελευταίο μήνυμα από Ορφέας στις Νοεμβρίου 25, 2019, 09:36:42 πμ »Μετά την Αστρονομία ήρθε η Γεωλογία
Τα απολιθώματα, και ενδείξεις ότι τα βουνά ήταν κάποτε κάτω από το νερό, θεωρήθηκαν ότι αποδεικνύουν τον Κατακλυσμό. Βαθμιαία όμως διαπιστώθηκε ότι η γη είναι πολύ πιο παλιά από όσο πιστευόταν. Οι «Αρχές της Γεωλογίας» του Τσαρλς Λάιελ, που εκδόθηκαν το 1830, ανέπτυξαν την εξελικτική θεωρία της Γεωλογίας και έπεισαν σχεδόν όλους τους επιστήμονες ότι χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να σχηματιστούν τα πετρώματα στην επιφάνεια της γης και ότι τα εξαλειφθέντα είδη της χλωρίδας και της πανίδας δεν είναι δυνατόν να χάθηκαν τόσο πρόσφατα όσο λέγεται ότι συνέβη ο Κατακλυσμός. Οι θεολόγοι αποκήρυξαν τον Λάιελ και για κάμποσο καιρό εθεωρείτο άνθρωπος κακοήθης, αλλά η εποχή των νομίμων διώξεων είχε πια παρέλθει.
Το επόμενο -και πολύ σημαντικό- βήμα ήταν η εφαρμογή της θεωρίας της εξέλιξης στην καταγωγή των ειδών. Ο Αριστοτέλης και η «Γένεση» συμφωνούσαν ότι τα διαφορετικά είδη είχαν δημιουργηθεί το καθένα ξεχωριστά, και η άποψη αυτή, αν και όχι αδιαφιλονίκητη, ήταν αποδεκτή από τους περισσότερους βιολόγους μέχρι τη δημοσίευση του βιβλίου του Δαρβίνου το 1859. Η θεωρία του Δαρβίνου έφτασε στους θεολόγους και στο αμόρφωτο κοινό ως η θεωρία που λέει ότι ο άνθρωπος κατάγεται από τον πίθηκο. Αυτό είναι απαράδεκτο. Η ψυχή των ανθρώπων είναι αιώνια, των πιθήκων δεν είναι.
Οι άνθρωποι έχουν μέσα τους την θεία αίσθηση του καλού και του κακού, ενώ οι πίθηκοι οδηγούνται μόνο από το ένστικτο. Αν οι άνθρωποι εξελίχτηκαν σταδιακά από τον πίθηκο, πότε ακριβώς απέκτησαν αυτά τα θεολογικώς σπουδαία χαρακτηριστικά; Ο επίσκοπος Γουίλμπερφορς εξαπέλυσε μύδρους εναντίον του Δαρβινισμού στη Βρετανική Εταιρεία το 1860 (η θεωρία της φυσικής επιλογής είναι απολύτως ασύμβατη με τον Λόγο του Θεού) αλλά εις μάτην· οι άνθρωποι δεν φοβούνταν πια τη δυσαρέσκεια της Εκκλησίας και η εξέλιξη των ζώων και των φυτών έγινε γρήγορα η γενικώς αποδεκτή θεωρία μεταξύ των βιολόγων.
Το χάσμα που δημιούργησε η Θεολογία μεταξύ του ανθρώπου και των κατώτερων ζώων σκιαγραφείται παραστατικά στη στάση του Πάπα Πίου IX έναντι της «Εταιρείας για την προστασία των ζώων από την σκληρότητα». Όταν ο Λόρδος Ότο Ράσελ τού ζήτησε να υποστηρίξει τους σκοπούς της εταιρείας, εκείνος απάντησε: «Αυτή η Εταιρεία δεν μπορεί να τύχει της υποστήριξης της Αγίας Έδρας, διότι έχει ιδρυθεί πάνω σε ένα θεολογικό σφάλμα, ήτοι ότι οι χριστιανοί έχουν καθήκον έναντι των ζώων». Ο οπαδός της εξελικτικής θεωρίας ήταν δύσκολο να υιοθετήσει τέτοια στάση, διότι δεν μπορεί να υπάρξει σαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ του ανθρώπου και των ζώων.
Η αντικατάσταση της δεισιδαιμονίας από την επιστήμη στη θεραπεία του ανθρώπινου σώματος ήταν μια βαθμιαία διαδικασία. Στον Μεσαίωνα, η πανώλη εθεωρείτο μαρτυρία της θείας δυσαρέσκειας· μέχρι πρόσφατα, οι ψυχικές νόσοι αποδίδονταν σε δαιμόνια, όπως στα Ευαγγέλια. Πολλά οφείλονταν στη μαγεία και, μέχρι τα τέλη του δέκατου έβδομου αιώνα, αμέτρητες άκακες γυναίκες παραδόθηκαν στην πυρά. Ο Τόμας Μπράουν βοήθησε το 1641, ως δικαστής, να απαγχονιστούν δύο μάγισσες και σχεδόν έναν αιώνα αργότερα ο Γουέσλεϊ υποστήριξε ότι «το να αγνοήσουμε τη μαγεία σημαίνει να αγνοήσουμε τη Βίβλο».
Θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο Γουέσλεϊ είχε δίκιο, διότι η Βίβλος λέει «φαρμακούς ου περιποιήσετε». Οι σύγχρονοι φιλελεύθεροι χριστιανοί, που πιστεύουν ακόμη ότι η Βίβλος είναι ηθικά ανεκτίμητη, έχουν την τάση να ξεχνούν αυτά τα κείμενα και τα εκατομμύρια των αθώων θυμάτων που είχαν μαρτυρικό θάνατο επειδή, κάποτε, οι άνθρωποι δέχθηκαν ανεπιφύλακτα τη Βίβλο ως οδηγό συμπεριφοράς.
Η χρήση νάρκωσης στην Ιατρική, αρχικά θεωρήθηκε ασεβής, ιδιαίτερα στη γέννα, διότι η Βίβλος αποφάνθηκε ότι οι ωδίνες του τοκετού είναι τιμωρία για το αμάρτημα της Εύας. Το 1591, μια Σκοτσέζα ονόματι Γιούφαμ Μάκαλεϊν, κάηκε στην πυρά διότι αναζήτησε ανακούφιση από τους πόνους του τοκετού· και τον δέκατο ένατο αιώνα η χρήση του χλωροφόρμιου από τον Σίμπσον καταδικάστηκε από πολλούς ιερείς.
Ο Σίμπσον μπόρεσε να τους πείσει ότι δεν υπάρχει πρόβλημα να ναρκώσουμε άνδρες, διότι ο Θεός αποκοίμισε τον Αδάμ όταν «έλαβε μίαν των πλευρών αυτού» για να φτιάξει την Εύα· πολλοί όμως παρέμειναν αμετάπειστοι ως προς τους πόνους των γυναικών. Όσον αφορά τις ψυχικές παθήσεις, η πίστη στα δαιμόνια έκανε εύλογο τον βασανισμό των ασθενών για να εξοστρακιστεί ο δαίμονας. Η παρεμπόδιση του ύπνου ήταν συνήθης θεραπευτική αγωγή. Ακόμη και ο βασιλιάς της Αγγλίας Γεώργιος Γ’, όταν ήταν ανισόρροπος, έτρωγε ξύλο για να γίνει καλά. Μόνο στις μέρες μας η έλλογη θεραπεία των ψυχικών παθήσεων άρχισε να εφαρμόζεται.
Οι επιστήμες που ασχολούνται με την ψυχική ζωή του ανθρώπου, ήσαν οι τελευταίες που αναπτύχθηκαν και οι επιθέσεις τους εναντίον των θρησκευτικών πεποιθήσεων μόλις τώρα αρχίζουν. Οι ιστορικές επιστήμες έχουν δείξει ότι η «Γένεση», όχι μόνο δεν έχει ιστορική βάση αλλά και ότι έχει δανειστεί πολλά από τους βαβυλωνιακούς μύθους. Η κριτική έχει αποσαθρώσει την Βίβλο. Η Ανθρωπολογία έχει καταστήσει σαφές ότι πολλά στοιχεία της χριστιανικής ορθοδοξίας είναι επιβιώσεις πρωτόγονων αντιλήψεων. Αλλά καμμία από αυτές τις επιστήμες δεν είναι τόσο ολέθρια για τους σύγχρονους χριστιανούς όσο η επιστημονική ψυχολογία, καθόσον φαίνεται να αποδεικνύει ότι η παραδοσιακή έννοια της αμαρτίας είναι αβάσιμη.
Αρετή και αμαρτία είναι έννοιες που εξαρτώνται από την ελεύθερη βούληση· καθώς συνειδητοποιούμε τις αιτίες της συμπεριφοράς, οι έννοιες αυτές εξαφανίζονται. Είναι σύνηθες σήμερα, ακόμη και από τους φιλελεύθερους χριστιανούς, να συνιστάται μια επιεικής αντιμετώπιση του εγκλήματος (δηλ. της κοινωνικά απαράδεκτης συμπεριφοράς) με το σκεπτικό ότι είναι παράγωγο των κοινωνικών συνθηκών. Αλλά αυτοί που χρησιμοποιούν αυτό το επιχείρημα δεν αντιλαμβάνονται, κατά κανόνα, το εύρος του. Η κοινωνικά απαράδεκτη συμπεριφορά είναι επίσης παράγωγο προγενέστερων αιτιών. Ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου προσδιορίζεται από την βιολογία του, την κληρονομικότητα, το διαιτολόγιο, τους αδένες του, την παιδεία του, κ.λπ. Και αυτά είναι, οπωσδήποτε στα κρίσιμα χρόνια της παιδικής ηλικίας, πέρα από τον έλεγχό του.
Αν μεγαλώνοντας γίνει ένας άνθρωπος που κάνει κακό, δεν φταίει αυτός· αν πάλι γίνει ένας άνθρωπος που κάνει καλό, τούτο οφείλεται εξίσου σε αιτίες έξω από αυτόν. Δεν εννοώ ότι οι προσπάθειές του δεν είναι βασικοί κρίκοι στην αιτιώδη αλυσίδα που προσδιορίζει τις πράξεις του· αυτό που εννοώ είναι ότι οι ίδιες οι προσπάθειές του οφείλονται σε προγενέστερες περιστάσεις που τον έκαναν να είναι αυτός που είναι. Αν ο Θεός σχεδίασε τον κόσμο, ο Καλβίνος είχε δίκιο να λέει ότι μερικοί άνθρωποι είναι καταδικασμένοι εκ των προτέρων να είναι ενάρετοι και άλλοι να είναι κακοί· αλλά θα ήταν άδικο να επιβραβεύουμε τους μεν και να τιμωρούμε τους δε.
Ούτε το ποινικό μας δίκαιο, το οποίο, όπως εξελίχτηκε ιστορικά, είναι μια απόπειρα μίμησης της θείας δικαιοσύνης, φαίνεται να εμπνέεται από την έννοια της «αντάξιας τιμωρίας». Είναι φανερό ότι θα θέλαμε να μην εγκληματούν οι άνθρωποι, όπως θα θέλαμε να μη διαδίδουν τη χολέρα. Σε αυτούς που έχουν νοσήσει με χολέρα δεν τους επιτρέπουμε να κυκλοφορούν ελεύθερα, αλλά δεν τους θεωρούμε κακούς. Παρόμοια, μπορεί να είμαστε υποχρεωμένοι να περιορίσουμε την ελευθερία ενός εγκληματία, αλλά δεν θα έπρεπε να τον κατακρίνουμε, όπως δεν κατακρίνουμε τον χολεριασμένο.
Η θεωρία ότι οι πράξεις μας έχουν προγενέστερες αιτίες φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να έχει περισσότερες συνέπειες από όσες πράγματι έχει. Δεν εξυπακούεται ότι δεν χρειάζεται να καταβάλουμε προσπάθειες, αφού οι προσπάθειές μας αποτελούν αιτίες των πράξεών μας, όσο κι αν με τη σειρά τους έχουν άλλες αιτίες. Δεν έχει σχέση με το τι είναι ευκταίο. Δεν εξυπακούεται ότι πρέπει να αφήσουμε ελεύθερους τους ανθρώπους να διαπράττουν κοινωνικά απαράδεκτες πράξεις.
Το μόνο που υποστηρίζει είναι ότι, όταν φτιάχνουμε τους νόμους και το εθιμικό δίκαιο, θα πρέπει να στοχεύουμε στην κοινωνικά ευκταία διαγωγή, και ότι η τιμωρία αυτών που συμπεριφέρονται με τρόπο δυσάρεστο για τους άλλους δικαιολογείται μόνον ως πρόληψη, όχι επειδή οι κακοί αξίζουν την τιμωρία. Στην ορθόδοξη θεολογία η Κόλαση δεν αναμορφώνει τους αμαρτωλούς, αιτιολογείται μόνο στη βάση ότι η τιμωρία τούς πρέπει. Αυτή η αντίληψη είναι ανεπιστημονική.
Στην προτεσταντική ηθική η έννοια της «συνείδησης» έχει παίξει σπουδαίο ρόλο. Υποτίθεται ότι ο Θεός αποκαλύπτει σε κάθε ανθρώπινη καρδιά τι είναι καλό και τι κακό- αν δεν θέλουμε να αμαρτήσουμε, το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να ακούμε τη φωνή μέσα μας. Ατυχώς, η συνείδηση λέει διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικούς ανθρώπους. Στον ένα λέει ότι πρέπει να πολεμήσει για τη χώρα του όταν ο εχθρός την απειλήσει, στον άλλο ότι η συμμετοχή στον πόλεμο είναι κακό. Στον Γεώργιο τον Γ’, είπε ότι ο όρκος που έδωσε όταν στέφθηκε βασιλεύς δεν του επέτρεπε την απονομή πλήρων δικαιωμάτων στους καθολικούς, στον Γεώργιο τον Δ’ δεν είπε τίποτα τέτοιο.
Άλλους τους οδηγεί στην επιδοκιμασία της λεηλασίας των πλούσιων από τους φτωχούς, την οποία υποστηρίζουν οι κομμουνιστές, και άλλους στην επιδοκιμασία της εκμετάλλευσης των φτωχών από τους πλούσιους, την οποία ασκούν οι καπιταλιστές. Κατά συνέπεια, η συνείδηση αποτυγχάνει ως οδηγός των πράξεών μας. Επιστημονικά, η συνείδηση είναι το συσσωρευμένο βάρος που οφείλεται σε αποδοκιμασία η οποία βιώθηκε ή φαντασιώθηκε στο παρελθόν, ιδιαίτερα στην παιδική ηλικία. Δεν έχει θεία καταγωγή, είναι παράγωγο της εκπαίδευσης, και μπορεί να διδαχθεί ως επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία κατά την κρίση των εκπαιδευτών.
Με όσα είπα προϋποθέτω τον ντετερμινισμό, θεωρώ δηλαδή ότι υπάρχουν επιστημονικοί νόμοι που μας επιτρέπουν, τουλάχιστον κατά προσέγγιση, να συνάγουμε ύστερα συμβάντα από προγενέστερα. Αυτή η προϋπόθεση ισχύει και στην επιστήμη και στην καθημερινή ζωή, μολονότι έχει αμφισβητηθεί θεολογικά και μεταφυσικά. Για πρώτη φορά μετά τον δέκατο έβδομο αιώνα υπάρχει μία σχολή φυσικών που την αμφισβητεί. Ο Έντινγκτον, κύριος εκπρόσωπος αυτής της σχολής, υποστηρίζει ότι η προφανής κανονικότητα που παρατηρείται στον μακρόκοσμο είναι θέμα μέσων όρων και δεν παρατηρείται στον μικρόκοσμο των ατόμων.
....συνεχίζεται
Τελευταία μηνύματα